να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

θε μου ας πει αυτό το τραγουδάκι


Θέ μου, ας πει αυτό το λαϊκό τραγούδι
στις γυναίκες που αγαπήσαμε
πως πέρασε η αγάπη εκείνη,
απ' τη στιγμή που τις λυπηθήκαμε
γι'αυτό που ήταν
περισσότερο από όσο λυπόμαστε
για ό,τι δεν είμαστε εμείς

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

κανελόριζα, βράδυ φθινοπώρου


Ίστατο έρημη η Αλκυώνης
κι η ανηφόρα προς τη Λόφου
έρημη ίστατο κι αυτή.
Τα σπίτια που άλλοτε
έσφυζαν από ζωή
έμεναν σκοτεινά
ίνα κρύβουν τα λιγοστά
γραίδια που εκοιμούντο εντός τους
καθώς και ορισμένους ασθενείς.
Οι φίλοι μου ήτανε
χρόνια εξαφανισμένοι
τόσο καιρό, 
που πια δε μου προξενούσε
λύπη η απώλεια των ανθρώπων
αλλά η αλλαγή των τοπίων. 
Ενώ αυτά καθόμουν 
και συλλογιζόμουν κατηφής
εν τω μέσω της νυκτός
έξαφνα, ηκούσθη
από το πλουσιόσπιτο
η Κανελόριζα
πλήθουσα νεανικών φωνών
και με ένα μόνον έγχορδον
να παραστέκει. 
Δάκρυσα τότε
από ευτυχία
σκεπτόμενος
πως από τον αγέρα
που ερχόταν απ' την θάλασσα
γέμιζαν πάντοτε
χώματα τα πρόσωπά μας 
στο γηπεδάκι.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Γιώργου Αλεξάτου: οι μαχητές του Γράμμου



Οι μαχητές του Γράμμου δεν λύγισαν ποτέ. Τιμή και δόξα στον ΔΣΕ!
Άκουσα το τραγούδι αυτό σε μια ταβέρνα στη Φλώρινα, την Πρωτοχρονιά του 1990, από Σλαβομακεδόνες παλιούς μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ. Έχοντας στερηθεί την ελληνική ιθαγένεια, είχαν έρθει για λίγες μέρες να δουν τον τόπο όπου γεννήθηκαν και που γι' αυτόν πολέμησαν. Ήταν συγκλονιστική η διασκευή μιας στροφής του τραγουδιού:
"Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου, η δόλια η αδελφή μου
μην πείτε πως λαβώθηκα, πως είμαι σκοτωμένος.
Μόν' πείτε πως παντρεύτηκα, πως είμαι παντρεμένος.
Τον Γράμμο πήρα για γυναίκα μου, το Βίτσι πεθερά μου
Τασκένδη και Μακρόνησο τα πήρα συμπεθέρια".

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Ρεμπέτης, του Νίκου Περδίκη


Στράβωνε σαν τ’ άκουε. Γιά δεν ήξερε πώς το ‘λεγε ο άλλος. Σαν βρισιά; Κατάταξη παράνομου; Κατηγορία γαμπρού που 'τρέμαν οι μαννάδες τών καλών κοριτσιών;; Ή σα φρούτο εποχής, γιά τους τζιτζιφιόγκους, που ‘θελαν μούρη μαγκιάς; Δε τό 'ψαξε...Μα τ' άκουε συνεχώς καί δε τού καλάρεσε. Άσε πού τού ΄φερνε άσχημες μνήμες. Ήταν κείνα τα τραγούδια πού 'λεγε η Σμυρνιά νόνα του, στα Ταμπάχανα τών Πατρών, οπού βρέθηκε αποσταμένη απ' το κυνηγητό ολουνών. Με λόγια όλο παράπονο. Βουβός νταλκάς, που νοιαζότανε το δάκρυ της, μη στάξει καί προδοθεί. Καί πόνο τού 'φερνε, γιατί θυμότανε χωροφυλάκους, να μπουκάρουν στα στέκια, πού 'τρωγε το ψωμοτύρι, με μισές. Στην υπόγα. Νύχτες, που χωνόταν εκεί, ν’ απλώσει πεννιές απάνω στους ρόζους. Δυό-τρείς ώρες μετά το σκόλασμα καί δε χόρταινε μεράκι απ’ το σιγοντάρισμα. Κι έμπαινε στα ξαφνικά ο ΄Νωματάρχης με μπιστικούς:
-Ρεμπέτης είσαι, ρε; Γιά σήκω !
Πνιγόταν όταν τον έψαχναν γιά μαύρο. Πάντα στις τσέπες καί ποτέ στην καρδιά, οπού ΄χε την ποσότητα...
-Κουρασμένος είμαι, όργανο. Μεροκαματιάρης, π' ανασαίνει δω 'μέσα. Βλέπεις αλλού αέρα, να πάω εκεί;;.
Καί συμπλήρωνε, κοιτώντας με ήσυχη, μαυρομάτικη έκφραση:
-Άσε τα ζοριλίκια καί κάτσε να πιείς ένα κατρούτσο. Να γλυκάνεις τον άγγελό σου, απ' τη ντροπή του, ρε.
Αλλά μπα. Η μπατσαρία ήταν αλλουνού κόσμου διάβολοι. Τό 'λεγε κι ο πατέρας του, σα γύρναγε απ' την στενή, κάθε που τον μαζεύανε γιά εξακρίβωση. Έτσι λέγανε τα καρφιά, τότε, στο φέρετρο τής ζήσης τους. Νά 'ναι καλά, που ξόφλησε τη ζωή καί πήγε στη μάννα του. Βιαστικά. Τσακισμένος από αχ. Μέχρι καί στα τραγούδια του χωμένα. Τόσα πολλά τού βρέθηκαν... Πάλι καλά που δεν σκέβρωνε ο μπαγλαμάς, στο σιγόντο τής συγκίνησης... Τι θυμόταν !
-Κλαίς, πατέρα;;
-Όχι, γυιέ μου. Ο ταμπουράς σε μπερδεύει...
Ρεμπέτης;; Μπα. Θρησκευάμενος ήταν... Σ’ άγνωστον θεό που καταλάβαινε από αχ.
Αν ύπαρχε τέτοιος...

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

μαθαίνοντας τρόπους από το λαϊκό τραγούδι


Στις ορχήστρες με λαϊκό ήθος, το έχω δει και σε δημοτικά συγκροτήματα, όταν ο τραγουδιστής έλεγε κανένα ζόρικο τραγούδι για το θάνατο, πήγαινε κάποιος και στεκόταν δίπλα του ή τον αγκάλιαζε, για να μη νιώθει έρημος εκείνη τη στιγμή. Γιατί ήταν τόσο συγκλονιστικά τα λόγια και η ερμηνεία που μπορούσε πια το τραγούδι από μόνο του να οδηγήσει στο θάνατο κι άλλοι στέκονταν εμπόδιο στο δρόμο. Ο τραγουδιστής δεν έπρεπε να είναι μόνος του, όταν τραγουδούσε για το θάνατό του. Συγκλονιστικός Κώστας Ρούκουνας, άρχοντας Κούλης Σκαρπέλης.