Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

αυτοαναίρεση

Δεν παίζω μπαγλαμαδάκι. Κρατάω 
ένα μωρό στην αγκαλιά
 και του ψιθυρίζω σκληρά παραμύθια.
 Σας αγαπάω τόσο, που θα ήθελα
 να μην έχουμε συναντηθεί ποτέ.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

ερχόμαστε από μακριά

Σκεφτείτε πως είναι ξημερώματα. Ας πούμε έξι το πρωί. Τα μάτια του Λαύκα πονάνε όπως βγαίνει στο φως της μέρας μετά από το ολονύχτιο πρόγραμμα στο μαγαζί. Στο τρένο που πηγαίνει στον Περισσό λίγοι επιβάτες κι όλοι εργάτες. Ο Λαύκας με το κοστούμι και το καπέλο, το παλτό από πάνω και το μπουζούκι στο χέρι μοιάζει τελείως ξένος- κι όμως όλοι τον σέβονται. Έχει πιει τα ουισκάκια του, έχει καπνίσει τα τσιγάρα του και λαγοκοιμάται. Σε λίγο ο ηλεκτρικός φτάνει στην Columbia."Είμαστε του λαϊκού, λέει ο Γιώργος Αλτής. Ερχόμαστε από μακριά και δεν ξέρουμε πού πηγαίνουμε". Αυτό είναι προφανές στην ηχογράφηση. Θεωρώ πως ο Λαύκας είναι εκείνος που δημιούργησε το σκυλάδικο. Για καλό το λέω. Μετά έπεσε σ' ένα καναπέ και κοιμήθηκε στο στούντιο .Χρόνια αργότερα, ο ήχος απενεργοποιήθηκε μερικώς.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2020

Ο Ντάρλιγκ, του Διονύση Χαριτόπουλου




[...]
- Εσύ πού δουλεύεις;
- Είμαι εφευρέτης. Τι κάνεις έτσι; Έχω βρει μια "μηχανή" να βγάνω λεφτά.
Ο ήλιος είχε χαθεί πια.
Κι η κοκκινίλα π' άφησε η θάλασσα χάθηκε κι αυτή. Τα νερά πήρανε ένα μπλαβό χρώμα. Το σκοτάδι κάθιζε σαν καπνιά πάνω στα βράχια της Πειραϊκής. Πάνω απ' τον άσφαλτο, δυο ψαροταβέρνες είχανε ανοίξει στο τέρμα τα ηλεχτρόφωνα. Μια βαριά φωνή με μπαστούνι προσπάθαγε να βρει το σκοπό...

Δύο μάγκες χθες το βράδυ
μου τη στήσαν στο σκοτάδι

- Εγώ,ντάρλιγκ, θα φύγω μια μέρα...Μαζεύω λεφτά για να φύγω. Το σκέφτηκα πολύ το ζήτημα. Εδώ μουχλιάζω. Και στο χωριό μου δεν ξαναγύρισα από τότε που απολύθηκα. Τι να κάνω εκεί; Νόμιζα πως εδώ είναι το καζάντι. Μα εδώ σαπίζεις!

και ζητούσαν να μου πάρουν 
το μπεγλέρι
και το δίκοπο μαχαίρι

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2020

Έπαιζε Στράτο, από τη Μαριάνθη Μαρκοπούλου



Έπαιζε Στράτο, με λες αγάπη μα δε είμαι η αγάπη σου, η Χαρούλα είχε βγάλει το μια ζωή μέσα στους δρόμους, ο νόμος απαγόρευε τα σπασίματα, αλλά κάπου ένα υπόγειο μαγαζί αντιστεκόταν, Λιοσίων; Κατεβαίναμε τον Κηφισό και χανόμουν, Ακαδημία Πλάτωνος, Αιγάλεω Περιστέρι, Ρέντη, Κορυδαλλό, Τζιτζιφιές, Ιχθυόσκαλα, Λένορμαν, Κολωνό, ούτε που είχα ξαναπατήσει, ξενύχτηδες ταγμένοι, η τραγουδίστρια με τα χρυσά, οι λουλουδούδες γύρω στα τραπέζια, μπόμπες, καβγάδες, σπασίματα, αγκαλιάσματα, πονεμένες ζεϊμπεκιές, ώσπου άναβαν τα φώτα, φαινόντουσαν τα μακιγιαρισμένα πρόσωπα ακόμα πιο βαμμένα, οι βάτες, τα ξεβαμμένα κραγιόν, τα ιδρωμένα πουκάμισα, και ένα τελευταίο όρθιοι στο μπαρ, κουβέντες μεθυσμένων, μεγάλα λόγια, παιδί της νύχτας μια ζωή δεν το αντέχω το πρωί, κουλτούρα νύχτας, μπάρας, το πρωί στο συνεργείο, στο πάγκο, στο τιμόνι, μαυρισμένα χέρια, κενά αντί για δόντια, βουτηγμένοι στην παρανομία, άλλοι λίγο, άλλοι πολύ, οι λίγο κάποιον είχαν στο πολύ, κάποιος είχε κάνει μέσα, κάποιος ήταν ακόμα, η μέρα άρχιζε αξημέρωτα, εργοτάξια, σίδερα, παλιά, μπανανάδικα, αποθήκες, φορτηγά, σάντουιτς με μπριζόλα στη λαχανογορά, μπόχα της ιχθυόσκαλας, χαράματα στο δρόμο, Αθήνα Καβάλα μονοκοπανιάς μπρος πίσω και πάλι από την αρχή, ύπνο στη καμπίνα, κουλουριασμένοι σαν σκύλοι, νταραβέρια, καΐκια νυχτερινά, μαγαζιά, αγορανομικά, ποινικά, οι πλανόδιοι, δουλειές, δουλειές με φούντες, φάτσες σκατόφατσες, φίλος ίσον φίδι, κυνηγοί θησαυρών, αρπαχτές, νταβατζήδες, εκδιδόμενες, η Ντόλι που δήλωσε στην εφορία ότι την ζούνε οι άντρες, ο Χάλαρης με τα τατουάζ αχ μάνα και Λίτσα με περικοκλάδες και έφαγε κλήση για εναγκαλιασμό, σημαδεμένοι, παλικαράδες της φακής, ψευτόμαγκες, γαμώ τα παντελόνια σας, ο ένας έβριζε τον άλλον μόλις έστριβε, ξεφτιλίκια, αγριάδες, τσαμπουκάδες, γρήγορα αμάξια, κωλιές, χαμηλωμένα αμαξώματα, λουξ καμπίνα, χρυσό δαχτυλίδι στο μικρό, άφτερ σέιβ, μυτερά παπούτσια, τζιν με τσάκιση, μεγάλα λόγια, αντρικά αστεία, μαγκιά κλανιά και απόστημα, η οικογένεια, η νοικοκυρά σύζυγος, η γκόμενα, η παναγία, η μάνα, ο ρουφιάνος, ο δικός μας ρουφιάνος, η άκρη, η δικιά μας άκρη, τα σιδερικά, το βρομά, το κρητικό, ο μάστορας, χαρακιές στο χέρι, κασέτα να παίζει υποψιάζομαι, άγραφοι νόμοι, καθαρή ματιά, τουμπεκί, μπέσα, καταστροφές εκούσιες, θυσίες ακατανόητες, πίστη, προδοσίες και η κασέτα να παίζει Στράτο, πέταξα τα σκεπάσματα και φόρεσα ό,τι βρήκα και μες στη νύχτα με βροχή 3 παρά 10 βγήκα κι ούτε φίλοι ούτε αδέλφια ούτε αγάπες, μόνο δρόμοι, πίσω αυλές, παρακαμπτήριοι και νύχτες.