Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

διλήμματα



Είναι γιατρός σε μεγάλο νοσοκομείο. Δεν θα πούμε ποιο και πού. Κλείνει πάντα το ίδιο ταξί μετά τις 12 το βράδυ. Πάει σ' ένα μπουρδέλο που η τσατσά κατάγεται από την Αλβανία. Κρατάει μια σακούλα στα χέρια. Μπαίνει μέσα. Ανοίγει τη σακούλα, βγάζει ένα κλαρίνο και παίζει στην τσατσά ηπειρώτικα. Μετά πηδάει. Τελειώνει. Παίζει ξανά στην τσατσά ένα ηπειρώτικο. Ο ταξιτζής τον περιμένει. Ξαναγυρίζει στη βάρδια της κλινικής. Κανεις δεν έχει καταλάβει αν παίζει κλαρίνο για να "φτιαχτεί" και να μπορέσει να πηδήξει ή αν πηδάει, για να "φτιαχτεί" και να παίξει καλύτερα κλαρίνο. Ε, αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο δίλημμα με την ποίηση!

Ζιγκουάλα-Αθήνα, Γ. Μαρκόπουλος



Ακόμα φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα το βράδυ.
Κι αν καμιά φορά ανέμελος πετάγομαι στο δρόμο,
ένα χέρι είναι, όπως και τότε, που πισθάγκωνα με δένει,
ενώ ξοπίσω μου αόρατοι φυλάγαν να μ’ αρπάξουν
νομάτοι τρεις χιλιάδες, μαγκουροφόροι, τέως χίτες,
κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας.


Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εδώ αφήσαν τη ζωή τους
«λεβέντες» αγαπητικοί και φουστανελοφόροι,
ενώ σε παρακείμενα νυχτόβια μπαράκια πεντέμισι και κάτι
εραστές της αειπάρθενης Γκόλφως
τσοπαναραίοι με κοστούμι κι αόρατη αγκλίτσα
κατέθεταν το στερνό δάκρυ τους
στη μεγάλη ιστορία του τόπου.

Τη μάνα μου τη λέγαν Αγλαΐτσα,
ίδιο το όνομα της Καραγκιόζαινας,
ενώ τα κολλητήρια, που είχε το μάτι τους θολώσει
για ψωμί και για παπούτσι,
πήραν τους δρόμους σβάρνα, αδέσποτα, για γόπες.

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εκείνοι που παίρνουν βιαστικοί
το τελευταίο τραίνο της νύχτας σου
έχουν μια θλίψη στα μάτια.
Κάνουν Πρωτοχρονιά στους δρόμους,
αυτοί κι ο εαυτός τους, κι ο νέος χρόνος τους βρίσκει
με τράκα ένα τσιγάρο από τον άγνωστο διαβάτη.

Γι’ αυτό και συ, αγάπη μου, μην ησυχάζεις στην ιδέα
πως δεν θα με ξαναβρείς μπροστά σου πια ποτέ.

Πέντε δρόμοι είν’ η Αθήνα
και εδώ κλειστήκαμ’ όλοι, κάθε καρυδιάς καρύδι,
κι εκείνο κει το πούστικο τ’ απωθημένο
που δεν λέει ποτέ να βγει,
καθώς έγραφε κι ο φίλος Ταβάνης.

Θα συναντηθούμε, αγάπη μου,
εκεί που δεν θα το περιμένεις,
ενώ εσύ θα ’χεις «αρνηθεί» μόλις πριν από λιγάκι
και το τελευταίο παιδικό σου απόγευμα,
κι εγώ μονάχος θα γυρνώ
έχοντας ξεράσει — άδειος — στο Βοτανικό ή στη Βάθη
μαζί με το ούζο στον υπόνομο
και το τελευταίο πελοποννησιακό μου όνειρο,
έχοντας ξεράσει, τελείως, ακόμα και σένα.

Οι κλειστές μπλούζες
είναι για να κρύβουν τις σκοτεινές αραχνιασμένες τρύπες
που άφησαν οι αόρατες σφαίρες μες στα σπλάχνα μας
στα παιδικά μας χρόνια.

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

διάλογοι




-Άρχισα να μαθαίνω μπουζούκι.
-Απορώ πού τη βρίσκεις τόση διάθεση για ζωή.
-Για να χαιρετίσω τη ζωή αξιοπρεπώς το μαθαίνω.

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Όταν ο Στέλιος μου γνώρισε το Στράτο



Κάποτε ο Στέλιος Βαμβακάρης με έφερε σε επαφή με έναν φίλο του, τον Στράτο: αν πας στο Αιγάλεω, βρες τον Στράτο, μου είπε, από μένα. Έτσι κι έκανα. Όποτε πήγαινα στο Αιγάλεω έπινα ένα ουίσκι σε νεροπότηρο σε ένα καφενείο, ενώ ο Στράτος έπιανε δίπλα μου τους αμανέδες. Είχε εξαίσια φωνή και πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε πως την ώρα που τραγουδούσε δε γύριζε κανείς να τον κοιτάξει, λες και ήταν αόρατος ή σα να άδειαζε ξαφνικά το μαγαζί. Ήρθε ο καιρός κι ο Στράτος, μεγάλος σχετικά, πέθανε από καρδιά. Πήγα από το σπίτι του Στέλιου, το 'φερε η κουβέντα και του το είπα. "Πάει κι ο Στράτος, απάντησε. Ξέρεις μια φορά είχε πάρει το κεφάλι ενός τύπου με την ξιφολόγχη σ' ένα καφενείο στο Αιγάλεω. Έκανε χρόνια φυλακή". Ένα από τα πράγματα λοιπόν που μου μαθε ο Στέλιος είναι ότι ο φονιάς μπορεί να μείνει για πάντα φυλακισμένος στον τόπο του εγκλήματος τραγουδώντας μνημόσυνα αμανεδάκια, για να ξοδέψει μια ζωή στο ίδιο τραπέζι που 'γινε ο φόνος.
Ένα από τα πράγματα λοιπόν που μου έμαθε ο Στέλιος είναι πως μαγκιά δεν είναι να μιλάς για τη ζωή του άλλου πίσω από την πλάτη του, αλλά να τον αφήσεις να μιλήσει για τη δική του ζωή. Και ό,τι επι πλέον πεις το μεταθάνατον.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

Ο Στέλιος Βαμβακάρης στην αθανασία του λαϊκού τραγουδιού



Για τον Στέλιο Βαμβακάρη το έμαθα πριν από λίγες ώρες από τον Ανδρέα. Τον πρωτοσυνάντησα το 2000 στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ του Γιώργου Ζέρβα. Λίγα χρόνια αργότερα για μια συνέντευξη μαζί με τον Γιώργο τον Αθητάκη, στο σπίτι του. Θέλαμε να μας μιλήσει για τον Μάρκο. Από εκείνη τη συνέντευξη θυμάμαι το εξής: πήγα έχοντας κουβεντιάσει και με την πλευρά της πρώτης γυναίκας του Μάρκου, της Ζιγκουάλας. Ο Στέλιος είχε βγάλει το βιβλίο "ο Άγιος Μάγκας" με τον Μάνο Τσιλιμίδη. Η τάση ήταν λοιπόν η αγιοποίηση, ας πούμε ο εξωραϊσμός: "ο Μάρκος μια φορά είχε ένα εικοσάρικο, και αποφυλακίστηκε ένας φίλος του και του το 'δωσε" κλπ. Αφού τον άφησα και μίλησε γύρω στο τέταρτο, τον κόβω και του λέω "άκου Στέλιο, την αγιοποίηση του Μάρκου την ξέρουμε. Δεν ήρθα γι' αυτό εδώ. Θέλω να μου πεις την αλήθεια. Ποιος ήταν πραγματικά ο Μάρκος". Ο Στέλιος προς στιγμήν θύμωσε, σχεδόν μου έβαλε τις φωνές, ότι αυτά τα λένε οι εχθροί της οικογένειας κλπ. Με είδε πως δεν έκανα πίσω. Με πίεσε, τον ξαναπίεσα μέσα σε μια έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή σώπασε. Τον άκουσα μόνο να λέει "άκου, Νίκο. Η ζωή με τον Μάρκο ήταν πολύ δύσκολη". Μου αρκούσε αυτή η απάντηση, γιατί καταλάβαινα τον κόπο με τον οποίο δόθηκε. Χωρίσαμε αγαπημένοι. Μερικά χρόνια αργότερα συναντηθήκαμε τυχαία στο κέντρο, ίσως το Μιούζικ Κόρνερ. Μου έκανε ένα σχόλιο για τα κείμενά μου, που ντρέπομαι να το πω δημόσια, αλλά το κουβαλάω μέσα μου ως παράσημο και με στηρίζει στα δύσκολα. Ο Στέλιος δεν ήταν μίζερος, δεν ήταν μικρόψυχος και δεν ήταν γεμάτος δεύτερες σκέψεις. Για τη ζωή του μου είχε πει κάποτε "ήτανε μια εποχή που ζούσα λες και οδηγούσα μηχανή στις ράγες με το τρένο να έρχεται από απέναντι". Άνθρωποι-βουνά, όπως ο Στέλιος, δεν κινδυνεύουν από εχθρούς αλλά από κόλακες και αυλές, που λειτουργούν υποχθόνια και διαβρωτικά, χωρίς κανείς να το παίρνει είδηση.Ο ίδιος έπασχε, έτσι μου είχε πει ο Γιώργος ο Αθητάκης, από "αντικρουόμενες ασθένειες" που η θεραπεία της μιας επιδείνωνε την άλλη, όπως ακριβώς ο Μάρκος. Δε ρώτησα ποτέ ποιες ήταν. Του τηλεφώνησα για να του μεταφέρω την άσχημη είδηση, με πρόλαβε: "τι έγινε ρε; πάλι για κηδείες μου τηλεφωνείς;"