Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

ενός λεπτού σιγή για τα έρημα σπίτια



Αρχές καλοκαιριού σκοτώθηκε ο γιος τους. 
Είχε τελειώσει, είπαν, ένα γκράφιτι, 
έκανε ένα βήμα πίσω να το δει, κι έπεσε.
 Το σπίτι έκλεισε μετά από μια βδομάδα. 
Και από τότε δεν έχει ακουστεί μια μουσική στη γειτονιά. 
Ε, από αυτή τη σιωπή ανθίζει μόνο
το λαϊκό τραγούδι.

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2019

ισορροπίες

 
 
Για να αισθάνομαι ακόμη
ότι λείπεις
τώρα που πια δε σ' αγαπώ.
Έκοψα το τσιγάρο.

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

διλήμματα



Είναι γιατρός σε μεγάλο νοσοκομείο. Δεν θα πούμε ποιο και πού. Κλείνει πάντα το ίδιο ταξί μετά τις 12 το βράδυ. Πάει σ' ένα μπουρδέλο που η τσατσά κατάγεται από την Αλβανία. Κρατάει μια σακούλα στα χέρια. Μπαίνει μέσα. Ανοίγει τη σακούλα, βγάζει ένα κλαρίνο και παίζει στην τσατσά ηπειρώτικα. Μετά πηδάει. Τελειώνει. Παίζει ξανά στην τσατσά ένα ηπειρώτικο. Ο ταξιτζής τον περιμένει. Ξαναγυρίζει στη βάρδια της κλινικής. Κανεις δεν έχει καταλάβει αν παίζει κλαρίνο για να "φτιαχτεί" και να μπορέσει να πηδήξει ή αν πηδάει, για να "φτιαχτεί" και να παίξει καλύτερα κλαρίνο. Ε, αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο δίλημμα με την ποίηση!

Ζιγκουάλα-Αθήνα, Γ. Μαρκόπουλος



Ακόμα φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα το βράδυ.
Κι αν καμιά φορά ανέμελος πετάγομαι στο δρόμο,
ένα χέρι είναι, όπως και τότε, που πισθάγκωνα με δένει,
ενώ ξοπίσω μου αόρατοι φυλάγαν να μ’ αρπάξουν
νομάτοι τρεις χιλιάδες, μαγκουροφόροι, τέως χίτες,
κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας.


Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εδώ αφήσαν τη ζωή τους
«λεβέντες» αγαπητικοί και φουστανελοφόροι,
ενώ σε παρακείμενα νυχτόβια μπαράκια πεντέμισι και κάτι
εραστές της αειπάρθενης Γκόλφως
τσοπαναραίοι με κοστούμι κι αόρατη αγκλίτσα
κατέθεταν το στερνό δάκρυ τους
στη μεγάλη ιστορία του τόπου.

Τη μάνα μου τη λέγαν Αγλαΐτσα,
ίδιο το όνομα της Καραγκιόζαινας,
ενώ τα κολλητήρια, που είχε το μάτι τους θολώσει
για ψωμί και για παπούτσι,
πήραν τους δρόμους σβάρνα, αδέσποτα, για γόπες.

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εκείνοι που παίρνουν βιαστικοί
το τελευταίο τραίνο της νύχτας σου
έχουν μια θλίψη στα μάτια.
Κάνουν Πρωτοχρονιά στους δρόμους,
αυτοί κι ο εαυτός τους, κι ο νέος χρόνος τους βρίσκει
με τράκα ένα τσιγάρο από τον άγνωστο διαβάτη.

Γι’ αυτό και συ, αγάπη μου, μην ησυχάζεις στην ιδέα
πως δεν θα με ξαναβρείς μπροστά σου πια ποτέ.

Πέντε δρόμοι είν’ η Αθήνα
και εδώ κλειστήκαμ’ όλοι, κάθε καρυδιάς καρύδι,
κι εκείνο κει το πούστικο τ’ απωθημένο
που δεν λέει ποτέ να βγει,
καθώς έγραφε κι ο φίλος Ταβάνης.

Θα συναντηθούμε, αγάπη μου,
εκεί που δεν θα το περιμένεις,
ενώ εσύ θα ’χεις «αρνηθεί» μόλις πριν από λιγάκι
και το τελευταίο παιδικό σου απόγευμα,
κι εγώ μονάχος θα γυρνώ
έχοντας ξεράσει — άδειος — στο Βοτανικό ή στη Βάθη
μαζί με το ούζο στον υπόνομο
και το τελευταίο πελοποννησιακό μου όνειρο,
έχοντας ξεράσει, τελείως, ακόμα και σένα.

Οι κλειστές μπλούζες
είναι για να κρύβουν τις σκοτεινές αραχνιασμένες τρύπες
που άφησαν οι αόρατες σφαίρες μες στα σπλάχνα μας
στα παιδικά μας χρόνια.