Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

ώπα, είπα, λέω


Ακούω ακόμη το "κλικ" της μηχανής, όπως τους φωτογράφιζε ο πατέρας μου στους αρραβώνες του αγαπημένου του αδελφού. Αθήνα, δεκαετία του '70 και διαμέρισμα. Γεμάτη η ζωή ψιλικατζίδικα, χύμα αρώματα, τσιγάρα και εφημερίδες. Και γαμώ τις επαρχίες. Γιαπιά, αυθαίρετα και τσιμεντόλιθοι. Ήταν ένας Κατούντας στο λαούτο και κάποιος Τζίμης στο βιολί, και ήταν ήδη η ανάμνηση των τραγουδιών,  όταν ακόμη δεν είχανε κλαρίνο. Ακούω ακόμη το "κλικ" της μηχανής, όπως τους φωτογράφιζε ο πατέρας μου-στεκόμουν δίπλα. Και με κοιτάζει από τότε εκείνο το αγόρι, γιος του βιολάτορα, που έστεκε πάντα δίπλα στην ορχήστρα. Ο Τζίμης όταν άναβε το κέφι φώναζε "ώπα, είπα, λέω!" Το καλοκαίρι που πέθανε, κάμποσα χρόνια πριν, δεν άντεξα να πάω στην κηδεία. Η τιμωρία μου για όσο αγάπησα είναι ότι υπάρχει πάντα ένα  καλοκαίρι. Έτσι κρατάω τα παράθυρα κλειστά, διορθώνω, βαδίζω με δυσκολία  γιατί έχει διαλυθεί το γόνατό μου, ενώ το βράδυ ανοίγω το κλιματιστικό και βλέπω ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Κι αν ζω ,είναι γιατί ελπίζω πως κάποτε θα ακούσω πάλι ένα "κλικ", θα είναι νέος ο πατέρας μου, και θα 'μαι πια κι εγώ μέσα σ΄αυτή τη φωτογραφία.