Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Διαγωγήν επεδείξατο αρίστην

Γεννήθηκε στη Σμύρνη. Κόρη γιατρού, είπε από έρωτα να περπατήσει δυτικά, στις πέτρες που γέννησαν άλλες πέτρες. Πληγώσανε τα πόδια της, πήρε ένα τσεκούρι, έκοψε τα τακούνια. Πέταξε τα μικρασιάτικα καπέλα, κράτησε μόνο τα κουτιά. Κουράστηκε η υπομονή, πικράθηκε η νοσταλγία. Τη βρίζω μέσα μου τις νύχτες που δεν έχουνε καταγωγή, γιατί με δίκασε να βρίσκω καταφύγιο στ’ Αγρίμια -  άιντε, να είχε ο ουρανός σκαλιά. Μ΄ άφησε χωρίς πατρίδα, Σάββατο, την ώρα δίχως συγγενείς, να ταξιδεύω στην πλατεία Βάθης ψάχνοντας για  Ανατολή. Άιντε, κι ο Άδης μονοπάτια...Γειά σου ρε Μπέκιο Γιώργο, φωνάζω τότε. Να ζήσει η Πελοπόννησος, απαντάει κάποιος.

Κι όμως ζήτησα μια πατρίδα κάποτε...Έφτιαξα μία τελικά, με μαύρο της νύχτας, ουίσκι, φρούτα και ξηρούς καρπούς. Σου ξέφυγα, λέω, αχ Σμυρνιά, όπως όσα απ΄τα παιδιά σου έζησαν για να τους στέλνεις γράμματα πως τα πεθύμησες και να γυρίσουν πίσω. 'Ηξερε να γράφει σε μια εποχή που τα ενδεικτικά ήταν αρσενικού γένους. Ήξερε να φοβάται ανορθόγραφα. Έμαθα έτσι, ανέστιος, ν' αποστηθίζω άγνωστα τραγούδια 78 στροφών και τη σκιά των γυναικών που άξιζε ν’ αγαπηθούν. Να τους χαρίζω μια πατρίδα.  Μια εξορία από λέξεις και χρόνο πεινάει μέσα μου.