Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Γ. Μίχου: Γκιουλουμτσάν


Μα πού γύριζες με τόσο έρωτα και με τόσο θάνατο, μόνο να ακούω, για τις βέρες της Ευδοκίας, ν' αδειάζει ο κόσμος ακούω και να μένει μόνο ένα ρόδο, γκιουλουμτσάν. Κάτι μέσα μου κλαίει, ένα μωρό του χρόνου που μου ζητάς να γράψω για να κοιμηθεί, φίλε, και είμαστε μεγάλοι και κάνουμε πως δεν καταλάβαμε... Περνάει ένα τζάμι σπασμένο και κόβει, γιατί το να θυμάσαι είναι πιο δυνατό από αυτό που ζεις και ζεις να το θυμάσαι... Κι όπως πάντα στο τέλος όλα θα κρυφτούν σε μια μουσική, ρόδο της ακοής, γκιουλουμτσάν, θα κουλουριαστούν σαν ερπετό σε νάρκη, ως να το ξυπνήσει πάλι η μουσική του... Είμαστε υποχείρια της μουσικής, ζούμε από τη μεγαλοθυμία της, που αρνείται να μας στήσει στα έξη βήματα, ν' ανθίσουν όλα τα ρόδα σε λευκά πουκάμισα να πάμε γερτοί σε ωραία νερά καταδικασμένοι στο ένα ρόδο το αθάνατο, γκιουλουμτσάν. Τα χαρτιά κάποτε πίνουν δάκρυα που κάνουν το μελάνι της γραφής τους αδιάβαστο, άντρες βλοσυροί που έγραψαν αυτό που δεν λέγεται, άνοιξαν μια στιγμή έναν κόσμο κι ύστερα τίποτα, φύγαν πληγωμένοι από ένα τεράστιο ρόδο, γκιουλουμτσάν... Πού να μαζεύεις τώρα ξοδεμένη αγάπη σε τόσα γυναικών ονόματα, ποιός κατάλαβε και ποιός θα καταλάβει... έτσι πάμε μετωπική σε ένα ρόδο φωτιάς, γκιουλουμτσάν... Ακόμα δεν ξέρω αν αυτό που μοιράζεσαι αλαφραίνει ή βαραίνει πιο πολύ... ωστόσο ας αρκεστούμε σε αυτό το ελάχιστο, όσο κρατάει μια μουσική, στο γραπτό ρόδο, γκιουλουμτσάν, φίλε, γκιουλουμτσάν.