Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

τα αρραβωνιάσματα


 

Μια ανερχόμενη, τραγουδίστρια στα επαρχιακά σκυλάδικα, δεκαετία του '80. Η Κάποια. Στο ξεκίνημα της καριέρας και άφραγκη, με την πρεμούρα του καταστηματάρχη που θελε πάντα γεμάτο το μαγαζί να τη ζορίζει. Άρχισε να "χτυπάει" επιχειρηματίες, γνωστούς την εποχή εκείνη, και, κατά προτίμηση, παντρεμένους. Και όταν το πράγμα είχε δέσει, και φαινότανε ότι το είχε μοντάρει κανονικά, κανόνιζε μία ρομαντική έξοδο, και τότε πούλαγε το παραμύθι: "ξέρεις, αγάπη μου, τους έλεγε. Εγώ δε θέλω να σε χωρίσω από την οικογένειά σου.  Αλλά, κι εγώ μια γυναίκα μόνη μου είμαι, μέσα σε τόσους άντρες, θέλω κι εγώ την εξασφάλισή μου". Σώπαινε κι άκουγε το υποψήφιο θύμα. "Όχι, συνέχιζε αυτή. Δε θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να χωρίσεις, για να σε παντρευτώ. Να παντρευτούμε πάλι στα κρυφά, απαγορεύεται από τη θρησκεία." Ρωτούσε τότε το αίσθημα: "Και τι να κάνουμε;" Και απαντούσε πάλι με αθώα ετοιμότητα η αοιδός "Δεν απαγορεύεται να με αρραβωνιαστείς. Απαγορεύεται;"  Και αμέσως μετά: "Μόνο που πρέπει οι αρραβώνες να γίνουνε στο μαγαζί που δουλεύω, να μας δούνε όλοι ότι είμαστε μαζί και να σταματήσουνε να λένε και να με κυνηγάνε". Το ίδιο βράδυ επήγαινε στο αφεντικό και ανακοίνωνε: "Σάββατο θα σου τον φέρω με την παρέα του. Στόλισε εσύ το μαγαζί για τελετή και ετοιμάσου για μεγάλο ξήλωμα". Βρίσκονται καμιά φορά παρέα τώρα οι αρραβωνιάρηδες εκείνης της περιόδου, λόγω του ότι ήτανε και όλοι τους στις μπίζνες, χωρίς να ξέρουν  πάντα ο ένας για τα τραβήγματα του άλλου. Κι αν κάποτε το φέρει η κουβέντα, και εξομολογηθεί κανείς "ξέρετε, ρε παιδιά, πριν τριάντα χρόνια είχαμε έναν μεγάλο έρωτα και την είχα αρραβωνιαστεί" του απαντάνε σχεδόν σαν χορωδία οι υπόλοιποι "άσε, ρε μαλάκα. Άσε..."