Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

"Αύγουστος 1987, Άνω Πόλη, Σαλονίκη" της Αμαρυλλίδας

 

Η ταβέρνα του Νίκου, απέναντι απ' τη μεγάλη καστρόπορτα. Μια αυλή προσφυγόσπιτου, κληματαριά από πάνω. Γιασεμιά στα σκουριασμένα κάγκελα και γλάστρες με βασιλικά. Απ΄ έξω πέρναγε το αστικό ανηφορίζοντας στη συνοικία. 
Πέντε τραπέζια όλα κι όλα. Σ΄ ένα απ΄ αυτά μια παρέα αποχαιρετούσε εκείνη που κέρναγε επειδή έφευγε. Εκείνη που ήθελε να φύγει. Παραδίπλα τρία γεροντάκια κουτσόπιναν ήσυχα ήσυχα και κουρδίζαν τα μπουζούκια τους. Πελάτες κι αυτοί. Κουρασμένα πρόσωπα, από κείνα που διηγούνται ιστορίες όταν τα κοιτάς χωρίς να ξέρουν. Πρόσωπα από κίτρινο χαρτί. Εκείνη μύριζε ήδη τον καπνό του τρένου και τους έλεγε να μη λυπούνται, είναι πατρίδα εκεί που πάει. Αδημονούσε.
 Πάνω απ' τα γέλια και τα τσουγκρίσματα υψώθηκε ένα ταξίμι αργό. Αμηχανία στην παρέα, βαρύς ο σκοπός του. «Ααα…» αμανές, φίλε μου. Τούρκικος. Η φωνή του γερόμαγκα σγουρή, όλο κύματα που έσκαγαν στο διάφραγμα. Έπαυε το αχ κι απο πίσω κοχλάζαν όλα. Σαν ντουμάνι καπνός που κυκλωτικά γυρνάει το μέσα έξω πάλι και πάλι κι απλώνεται γύρω. Ως τη φλέβα βαθιά η πίκρα. Ο γέρος με βλέμμα κατάστεγνο κοίταζε ίσια μπροστά. Κάπνιζαν με δέκα στόματα και δίχως σάλιο.
 Η φωνή του έσβησε σ΄ ένα ωωω λες κι έπεφτε σε πηγάδι. Πνίγηκαν όλοι τους. Τον κοίταξε εκείνη που θα φευγε ρωτώντας. Ήταν της ξενιτιάς, της είπε τα λόγια στα ελληνικά, μια και ακουσε πως είχαν αποχαιρετισμό απόψε.
 Να χεν η γης πατήματα 
 κι ο ουρανός κρικέλια 
να πάταγα στα πατήματα
 να πιανα τα κρικέλια 
ν' ανέβαινα να κάθομαν
 στην κορυφή του κόσμου.
 Να έβλεπα ό,τι θωρείς 
να ξερα πώς πορεύεις…. 
Του φευγιού τραγούδι ο γέρος απόψε. Ξανασκύψαν στα τέλια τα όμορφα πρόσωπα. Κι άλλο ταξίμι, δίχως λόγια. Πώς γίνεται ο αναστεναγμός απ' την κοιλιά του μπουζουκιού να σκάει στα πνευμόνια της; Απο δω δεν θα βγει κανείς ζωντανός, σκέφτηκε. Όλοι κάτι θα αποχωριστούμε απόψε. Της ήρθε να ουρλιάξει μέσα απ' την κοιλιά. Πλησίασε τον γέρο που ύφαινε τις χορδές. Τον έκρουσε στον ώμο. Άσε μας γέρο, να χαρείς τα χέρια σου. Άσε μας. Την κοίταξε. Καμμένα μάτια σαν τυφλού. Και συνέχισε. Εκείνα τα τέλια είχαν απίστευτα μακρύνει. Κυκλώσαν τον τόπο μπλέχτηκαν στην κληματαριά με τα σταφύλια. Η αυλή ναρκοπέδιο. Δεν κουνιόταν κανείς. Ποιος να χορέψει; Με τι βήμα να διασχίσει την αυλή; Πώς βάζεις το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, αλήθεια;
 Όταν έπαψε ο παιδεμός, σηκώθηκαν τα κεφάλια. Τα σταφύλια θα γίναν μέλι, είπε. Και σκούπισε τον ώμο αφηρημένα. Πήρε να βρέχει. 
 Οι γερόντοι τυλίξαν τα μπουζούκια τους στα σακκάκια και χαιρέτησαν μ' ενα νεύμα βγαίνοντας. Τον σταμάτησε με το χέρι. Δε θέλω να φύγω, του λέει. Δεν της απάντησε. Σκυφτός, με το σακκάκι κουβάρι σα βρέφος, έβαλε το ένα πόδι μπροστά από τ' άλλο. Έφυγε. Μισογύρισε κανα δυο φορές. Σαν να της έλεγε, έλα να σε μάθω να περπατάς. Πρώτα το δεξί. Αλαφρά να πατάς. Μετά το αριστερό. Σταθερά. Έλα. Άιντε.


Όταν πρωτοξεκίνησε το "Μέγα Λαϊκό", σε ένα δικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό πριν από κάποια χρόνια κάποια στιγμή δημοσιεύθηκαν και ένα δυο κείμενα μιας γυναίκας που  υπέγραφε με το παλαιάς κοπής ψευδώνυμο "Αμαρυλλίδα". Τα ανακάλυψα εκ νέου πρόσφατα, ανασύροντας κάτι ξεχασμένα αρχεία από τον υπολογιστή,  και σκέφτηκα πως ήταν άδικο να μένουν στη σκιά. Έστω και μετά από καιρό, την ευχαριστούμε.