Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

ο άνθρωπος στο δρόμο

 

Αύγουστος μήνας ήτανε και τους μνημονεύαμε σ' επαρχιακό κοιμητήριο μέσα στα δέντρα, στο βουνό. Μπλεκόταν ο ιδρώτας με τα δάκρυα και η φλόγα απ' τα κεριά στεκότανε ακίνητη χωρίς να τρέμει ούτε στην ανάσα μας. Τότε ήρθε η άλλη οικογένεια, άγνωστοι, για τα σαράντα του παιδιού. Δεκαπέντε χρονώ ήτανε, ο πατέρας του τον έπαιρνε στη δουλειά τα καλοκαίρια, για να μαθαίνει. Κι έφυγε, λέει,  μια πλάκα και το έλιωσε. Ο πατέρας δε φαινόταν πουθενά. Η μάνα μόνο, σαράντα μέρες δεν σταμάτησε το θρήνο, και όπως περιμένανε τη σειρά τους βούβανε τη θλίψη μας με τη φωνή της, ώσπου στο τέλος δεν ξεχωρίζαμε για ποιον ήμαστε εκεί. Υπάρχει μια στιγμή που δεν διακρίνεις δικούς σου και ξένους νεκρούς, αλλά  όλοι τον ίδιο θάνατο μοιρολογούν. Άρχισε τότε να φυσάει μια μουσική μέσα μου, που τη ψιθύρισα πάλι περνώντας σήμερα μπροστά από το μαρμαράδικο, και δεν γινόταν να σωπάσει, λες και το όφειλα στο αόρατο θητεύοντας να θυμηθώ: "νερατζούλα φουντωμένη" έλεγε ο άνθρωπος στο δρόμο, "φύσηξε βοριάς, νερατζούλα" ψιθύριζε ο άνθρωπος στο δρόμο, "που 'ναι τ' άνθη σου, νερατζούλα", ψιθύριζε ο άνθρωπος στο δρόμο. Έβρεχε συνεχώς, σ'όλη τη διαδρομή. Κι εκείνο το παιδί θα 'χει μουσκέψει..."Σε παρακαλώ βοριά μου, φύσα ταπεινά", ψιθύριζε ο άνθρωπος στο δρόμο.