Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Κώστα Ριτσώνη:Συλβάνα




Μεράκλωναν οι Θεσσαλονικείς στο υπόγειο κέντρο Τριάνα. Ήταν κοντά στη μεγάλη πλατεία. Εκεί στην ωραία οδό Εγνατίας όπως πήγαινες για το Συντριβάνι… Προχωρούσες στο δεξί πεζοδρόμιο. Σταμάταγες και κατέβαινες αρκετά σκαλιά…Κι έμπαινες στο κακόφημο μέρος που τραγουδούσε η Συλβάνα. Τη θυμάμαι. Έκανε πολλή εντύπωση η όμορφη λυγερή μελαχρινή. Είχε κατσαρά μαλλιά. Οι πελάτες όλο της γύρευαν τραγούδια ευρωπαϊκά. Ήταν καλή στα σπανιόλικα και στα φλαμέγκο. Ήμουν τότε νέος φοιτητής. Ζούσα μόνος μου σε μια μεγάλη ξένη πόλη. Είχα ερωτευθεί την τραγουδίστρια. Τι άμυαλος. Συνέχεια πήγαινα να την ακούω. Το γλέντι φούντωνε μόλις ανέβαινε στο πάλκο. Σπάζαν οι γλεντζέδες μπουκάλια με μπύρες πάνω στην πίστα. Αμέσως ερχόντουσαν τα γκαρσόνια και ρίχναν στο τσιμέντο πριονίδι για να μη γλιστρά. Σβέλτα μάζευαν με σκούπα όλα τα γυαλιά για να μη κινδυνεύουν όσοι χόρευαν. Οι ξενύχτηδες πάνω στο κέφι τους συνέχεια γονάτιζαν και κάναν φιγούρες. Όλη τη νύχτα μέχρι το χάραμα κρατούσε το γλέντι κι ο χορός. Με το φως της μέρας άφραγκος γύριζα στο τσαρδί μου.
Είχε πολλούς τραγουδιστές η Τριάνα μα ξεχώριζε μόνο η αγάπη μου, η Σπανιόλα. Πόσο θα’θελα να την γνώριζα και να την είχα συνέχεια κοντά μου. Μα πού να βρω λεφτά για μια τέτοια γυναίκα… …Και μετά έκλεισε το κέντρο. Διαλύθηκε η λαϊκή ορχήστρα. Σκόρπισαν οι τραγουδιστές. Χάθηκε η κοπέλα. Είχα απελπιστεί… -Τώρα πού να πήγε, έλεγα. Πού να τραγουδά; Χάθηκε σε άγνωστα νυχτερινά μονοπάτια…
Πέρασαν αρκετά χρόνια. Δούλευα πια σα μηχανικός στην Τανάγρα. Γινόντουσαν σπουδαία έργα μέσα στο πολεμικό αεροδρόμιο . Εκεί, στη Βοιωτία, γνώρισα ένα θεσσαλονικιό σμηνίτη. Αυτός όταν ήταν πολίτης μαζί με φίλους του είχε καλλιτεχνικό πρακτορείο στη συμπρωτεύουσα. Βρίσκαν δουλειές σε καλλιτέχνες της νύχτας. Τώρα έκανε μελαγχολικός σκοπιά στη μεγάλη πύλη. Μια μέρα μιλήσαμε για τραγουδίστριες. -Έλα να πάμε πάνω, μου είπε. Θα βρούμε πολλές και όμορφες. Όλες μας γυρεύουν να τις βοηθήσουμε. Θα γνωριστείς. Θα πάρεις δικιά σου όποια γουστάρεις, την καλλίτερη. Πάμε επάνω να γλεντήσουμε.
 Τι είναι η μνήμη. Μέσα από το πριονίδι της απότομα ξεπρόβαλε ζωντανή η μορφή της όμορφης μελαχρινής. Με πήρε από το χέρι και κατέβηκα μαζί της τα σκαλιά της Τριάνας. Έγινα πάλι φοιτητής και μεθούσα δίπλα της μέσα στο αμαρτωλό υπόγειο. -Τι απέγινε η Συλβάνα η Σπανιόλα, τον ρώτησα. Την έχεις ακούσει ποτέ; -Υπάρχει πάντα, μου είπε χαμογελώντας. Μια χαρά είναι. Ξαφνιάστηκα. -Μα πέρασαν τόσα χρόνια φίλε μου. Ακόμα αρέσει; Πάντα τραγουδά; -Έχει μεγαλώσει , είπε πονηρά ο σμηνίτης. Τώρα πια δεν της βρίσκουμε δουλειά μέσα στην πόλη. Τριγυρνά στα πανηγύρια. Αντέχει πάνω στο πάλκο. Θες να πάμε να την ακούσεις; Τον είχε φάει κι αυτόν η νοσταλγία. Ήθελε να δει ξανά τα μέρη του. Είχε μαραζώσει μέσα στο μακρινό αεροδρόμιο.
 -Έλα, να φύγουμε, μου είπε. Θα πάρουμε το αυτοκίνητό σου. Μετά από 450 χιλιόμετρα θα ακούσεις πάλι τη φωνή της…Σε λίγες ώρες θα είμαστε εκεί. Στη Σαλονίκη. Αποφάσισέ το. Είχε δίκιο. Θα περνούσαμε τους κάμπους. Δεξιά μας η θάλασσα. Μετά ο Όλυμπος και τα ποτάμια… Ναι είχε φτάσει πια η στιγμή. Μόνο χρειαζόταν ένα μικρό ταξίδι. Και μετά από τόσα χρόνια η Συλβάνα θα τραγουδούσε πάλι για μένα.