Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

για μια λαϊκή τραγουδίστρια



Κάποτε απαίτησε να πηγαίνω στο μαγαζί που τραγουδούσε απ' την αρχή, πριν ακόμη βγει στο πρόγραμμα, και να φεύγω,  αφού είχε κατέβει από την πίστα. Το έκανα,  όχι χωρίς κούραση. Δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα. Συνήθως κατάφερνα να ξεγλιστρήσω γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα, ενώ το γλέντι είχε ανάψει. Το είχε δει. Ήξερε πως την άφηνα μόνη της. Ένα βράδυ, εκείνη την ώρα πάνω κάτω που συνήθιζα να εξαφανίζομαι, όπως τραγουδούσε σταμάτησε, γύρισε στη μεριά μου, καθόμουν πάντα μόνος  σ' ένα τραπέζι, και είπε κοφτά: "απόψε μη φύγεις. Θα με περιμένεις". Δεν γινόταν να κάνω αλλιώς. Περίμενα. Το πρόγραμμα έσβησε τα χαράματα. Πήγε στο καμαρίνι, άλλαξε, βγήκαμε έξω. Ήταν ακόμη σκοτάδι ή άρχιζε η γαλάζια ώρα, μάλλον το δεύτερο.  Νύσταζα. Ήταν ενθουσιασμένη από τη βραδιά. Άρχισε να μιλάει σαν ένα κοριτσάκι του Γυμνασίου, ντροπαλά και διστακτικά. "Ξέρεις γιατί σου ζήτησα να μείνεις; Θέλω να με κρατήσεις από το χέρι και να περπατήσουμε μαζί μέχρι να χαράξει". Περπατήσαμε έτσι, αμίλητοι, μέχρι που βγήκε ο ήλιος.Χωρίσαμε με το πρώτο φως. Ήταν η δική μου "Ντίβα". Και ήταν η τελευταία φορά που τραγούδησε.