Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Πρόσφυγας

 Σάββατο βράδυ, καλοκαίρι στην πόλη, κανένας δε δικαιούται έξοδο άνευ λόγου. Το λόγο μπορεί να μην τον ξέρεις από την αρχή, είσαι όμως υποχρεωμένος διαρκώς να τον υποπτεύεσαι, μέχρι να βρεις μια ορχήστρα- συνθεσάιζερ, μπουζούκι και κιθάρα-στο όριο του στεγασμένου και του αστέγαστου. Αναίτια ντεσιμπέλ, γιατί δεν υπήρχε άλλο μαγαζί γύρω και γιατί οκτώ άνθρωποι ήμαστε όλοι κι όλοι. Ένας άντρας γύρω στα εξήντα με κοντό παντελόνι και σαγιονάρες, μερακλωμένος τραγουδούσε Καζαντζίδη. Για πάρτη του, για την παρέα του. Το καταλαβαίνεις και συγχωρείς τα φάλτσα. Επέστρεψε στο τραπέζι του να ξεκουράσει τη φωνή που δεν απέκτησε. Απέναντι μια γυναίκα προσπαθούσε να κοιμήσει ένα μωρό στο καρότσι. Τι γυρεύει εδώ το παιδί, στις τρεις τα ξημερώματα, αναρωτήθηκα. Μου ήταν τόσο αφύσικο, που βρήκα απόλυτα φυσιολογικό να μην υπάρχει κανένα μωρό, η γυναίκα για κάποιο δικό της καημό να νανουρίζει το παιδί που δεν είχε. Ο Βασίλης, με την κιθάρα, συνέχισε το κανονικό πρόγραμμα του καταστήματος. Σηκώθηκε αεράκι από τον αμανέ, πήρε τα χάρτινα τραπεζομάντηλα, όχι μαγκιές εδώ ούτε ψευτοκαθωσπρεπισμοί, εδώ δεν είναι ανάγκη να χειροκροτήσεις. Αρκεί να μείνεις. Σκέφτηκα τότε ότι μπορεί το λαϊκό να είναι η δημόσια εκδήλωση πένθους για όσα δεν αποκτήσαμε, κι εμείς ζωντανοί που ξενυχτάμε τους πεθαμένους εαυτούς μας. Ήρθε η αστυνομία, σταμάτησε η μουσική. Όπως πληρώναμε, ρώτησα πού είμαστε. Κάποιος απάντησε: «Δεν ξέρεις; Στα εντόσθια της πόλης».