Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

από μία Κυριακή στα παλιατζίδικα


Άγγιζε η μέρα τη γιορτή κι ήλθε το μεσημέρι. Χαιρότανε ο κόσμος στους ίδιους δρόμους που περπατούσα αμίλητος. Κι όταν η ώρα έγινε, πρόσεξα έναν παλαιοπώλη μπροστά στον πάγκο του να κάθεται σε ετοιμόρροπη καρέκλα. Και πίσω από την πλάτη του, μέσα σε μια στοά,  από  τρανζιστοράκι άλλης εποχής έφτανε το παράπονο του Στράτου: "Μοίρα με καταδίκασες σαν τον βαρυποινίτη". Εκείνος σιγοντάριζε , "και μ' έριξες να σέρνομαι στο βίο του αλήτη", κατάλευκα γένια και μαλλιά, "τη ζωή, τη ζωή μ' αυτή που κάνω",  κλειστά τα μάτια, "μες στο δρόμο θα πεθάνω", χωρίς να νοιάζεται για όσους στέκονταν μπροστά στα φτηνοπράματα, και μη βρίσκοντας το θάρρος να τον αποσπάσουν έφευγαν σιωπηλά, χωρίς καμιά ερώτηση και χωρίς τίποτα να αγοράζουν. Δίπλα του όρθιοι, δυο άλλοι παλιατζήδες, είχανε πάψει τις φωνές, μόνο τον κοίταζαν απ' τις γωνίες των ματιών και υποκρίνονταν από διακριτικότητα πως κάτι ταχτοποιούσαν. Ψιθύρισα τότε στη ζωή μου: "να τη θυμάσαι αυτή την εικόνα. Γιατί τα χρόνια που θα  'ρθουνε είναι δύσκολα, και μόνο αυτή η στιγμή μπορεί να σε κρατήσει...Ο άνθρωπος που τραγουδάει έντιμα τη λύπη του, και γίνεται η φωνή όλων εκείνων που λυπούνται..."