Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

ακούγοντας τον Δαμιανό στη Φθιώτιδα...

Το βράδυ που έκλεινε το διάστημα της παραμονής μας στο χωριό είχαμε κανονίσει συναυλία στην κεντρική πλατεία με ρεμπέτικα. Μα έτυχε ένας τσακωμός που ακόμη και μετά από τόσα χρόνια δεν έχω πολυκαταλάβει, κι οι μουσικοί, αφού χαλάστηκαν απ' την ατμόσφαιρα,  βάλθηκαν για να τη σπάσουν στους υπαίτιους, μπορεί και για να τελειώνουν καμιά ώρα πιο μπροστά, να παίζουν μόνο χασικλίδικα.  Οι θεατές, τι θεατές δηλαδή,  παραθεριστές και κάτοικοι το σύνολο καμιά διακοσαριά, οικογενειακή έξοδος το Σάββατο με παιδιά κι εγγόνια και γονείς κι έβγαινε ξινή, παγώσαν οι άνθρωποι στις καρέκλες και σταματήσανε ακόμη και να τρώνε, μα δεν τολμούσανε να το κουνήσουν ρούπι, γιατί θα συνεχιζόταν η παρεξήγηση και κανείς δεν το ρισκάριζε να σηκωθεί να φύγει πρώτος, μήπως τον πάρει εκείνονε η μπάλα. Πήγε έτσι το πράμα μέχρι τα ξημερώματα, με κοκαϊνες, ηρωίνες και μαυράκια. Γύρω στις τρεις η κομπανία είπε ψυχρά "σας ευχαριστούμε που μας ακούσατε" και σε χρόνο μηδέν η πλατεία άδειασε, λες και δόθηκε διαταγή αξιωματικού να σταματήσει το καψώνι. Μείνανε οι μουσικοί, μείναμε κι εμείς. Έμεινε ανοιχτή κι η ψησταριά, γιατί είχε γίνει από νωρίς ο διακανονισμός μόλις τελείωνε το πρόγραμμα να βγουν αμέσως τα κοκορέτσια και τ' αρνιά, μην τυχόν και φύγει κανένας  νηστικός. Πιάσαμε να συζητάμε το ένα και το άλλο, λόγια του ξενυχτιού, με κόπο και βαριεστημένα. Και πριν το διαλύσουμε, ζητήσαμε χάρη απο το βιολί που ήτανε μαγικό και -όσο καλοί και να τανε όλοι-ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα απ' την υπόλοιπη ορχήστρα,  να παίξει ένα σκοπό, ό,τι ήθελε. Μόνο σιγά, να μην ξυπνήσουμε τον κόσμο. Στην κεντρική πλατεία σκοτάδι πια, χωριό της Φθιώτιδας, καρδιά του Άρη Βελουχιώτη και του αντάρτικου, μας έκανε εκείνος το χατήρι,μια μελωδία του τόπου του, αλλά δεν το 'ξερε...Κι άρχισαν ξαφνικά  πίσω από τις γρίλιες ν' ανάβουν φώτα και να καρφώνονται, πίσω από πατζούρια που δεν άνοιγαν,  τα μάτια...πρώτα το σπίτι που ήταν ακριβώς από πάνω μας...έπειτα το δίπλα...μετά πιο κει, μέχρι που βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από φωτισμένα παράθυρα κεράκια που ωστόσο παρέμεναν κλειστά, ίδια με ερωμένη που διστάζει να γυρίσει πλευρό μην τύχει και ξυπνήσει τον αγαπημένο της, και μάτια που αφουγκράζονταν πίσω απ' τις γρίλιες, σε μια πλατεία άδεια, θεοσκότεινη,  κι ο Ντούντου Δαμιανός συνέχιζε άλλοτε πιο γρήγορα, άλλοτε πιο αργά, το σκοπό της πατρίδας του πάνω στα λόγια μιας άλλης πατρίδας: "το ΕΑΜ μας έσωσ' απ' την πείνα, θα μας σώσει πάλι απ' τη σκλαβιά...", χαμένη σκηνή από τον Θίασο του Αγγελόπουλου,ένα παράξενο μνημόσυνο ή -σκέτα- η γενναιοδωρία κάποτε της Ιστορίας στις δοξαριές του Ντούντου...