Όχι, δεν είν' υπόγειο
κι ούτε σερβίρουν λαδερά
το κλαυθμηρό μπουζούκι
σμίγει τους τόνους του με την κιθάρα
το πιάνο πάει κι έρχεται
σε τολμηρές ακροβασέις
και χύνεται νοσταλγικό τραγούδι
τρέμουν τα δάχτυλα στο κύπελο
τρέμουν κι οι ήχοι στον πυκνόν αγέρα.
Στην κάμαρα του βάθους
-να 'ναι το πίσω ή το μπροστά του αλόγου;-
ψήνεται μυρωδάτος καφές
τυρόπιττες προσμένουν τη σειρά τους
δίπλα από τα γλυκά ταψιού
και μέσα σ' άλλα βιταμινούχα
καμαρωτή κι η "ματωμένη Ελένη".
Όχι, δεν χρειάζεται κρασί
για να μεθύσεις
η μέθη αιωρείται στην ατμόσφαιρα
μαζί με των τσιγάρων τους καπνούς
χωνεύει στις κλειδώσεις
τα μυστικά κοιλώματα του σώματος
μερώνει τις ψυχές.
Ο Ίππος χρεμετίζει ηδονικά
μέσα στα τείχη της καινούριας Τροίας.
1. Το ότι η κυρία Μπίλιω Τσουκαλά όταν κάνει εκπομπή για τον Καζαντζίδη στέκεται στα τραγούδια των Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Λεοντή, και όχι σε εκείνα του Χιώτη, Πάνου, του Μητσάκη, του Καλδάρα, του Καραπατάκη, του Δερβενιώτη και άλλων, δεν μας κάνει να αμφιβάλλουμε ούτε για τον Καζαντζίδη ούτε-για παράδειγμα- για τον Χιώτη ή για τον Πάνου. Μας κάνει, δυστυχώς, και αμφιβάλλουμε για τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι και τον Λεοντή...
2.Έτσι γίνεται πάντα...Δεν είναι αν σε θυμούνται ή αν σε ξεχνάνε...Είναι ποιοι σε θυμούνται και ποιοι σε ξεχνάνε...
3. Το σκυλάδικο -κατά μία εκδοχή- είναι υποπροϊόν εκείνων των μουσικών που υπηρέτησαν με το ίδιο ακριβώς ήθος την ποιότητα στις επιδοτούμενες καλοκαιρινές συναυλίες.
4. Νομίζω θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια έρευνα που θα έδειχνε πόσα σκυλάδικα έκλεισαν στην Αθήνα και πέριξ των Αθηνών ελλείψει πελατείας από τη στιγμή που άνοιξε τις πόρτες του το Μέγαρο ...
5. Το λαϊκό τραγούδι δεν ταλαιπωρήθηκε από τους εχθρούς. Αλλά από τους ευκαιριακούς φίλους...
6. Το πόσο σπουδαίο είναι το λαϊκό τραγούδι, φαίνεται από το ότι αντέχει...Σε πείσμα πολλών από εκείνους που μιλάνε για το λαϊκό τραγούδι δήθεν από αγάπη. Όπως το τραγουδάει και ο Καζαντζίδης: σαν αγριολούλουδο...
7. Κι αν διαφωνεί κανείς, δεν τρέχει μία. Αντίθετα, του εύχομαι ολόψυχα να τον θυμηθεί στα αφιερώματά της η κυρία Μπίλιω...
....Και η σελήνη στη διαδικασία της έκλειψης. Φως φανάρι και η ώρα έντεκα το βράδυ. Και χορός και χορικά. Ψηλές μορφές, λιγνές, με περηφάνια και θλίψη. Πλατάνια και κυπαρίσσια. Κόσμος πολύς κι απέραντος που μέσα απ' αυτόν, για λόγους αξιοπρέπειας, προκύπτει θάνατος. Σε κορμιά νεότατα! Όπου με τη σειρά τους γίνονται κορυφαίοι. Και ο πρώτος χορευτής: ζεϊμπέκικο. Στην αγκαλιά της μήτρας. Στη μάνα γη προσέρχεται γονυπετής...Και αντίλαλος παντού φριχτός το πολυβόλο. Και η ώρα αυγή κάτι πριν φέξει. Για να μην προλάβει ο ήλιος τα δάχτυλα στη σκανδάλη να κόψει. Και με την άλλη, το δειλινό εκατομμύρια έτη "Αποκαθήλωση". Φύλο δεν έχει ο πόνος. Είτε κορίτσι είτε αγόρι ειν' αυτό. Για μάνα, για πατέρας μα είτε κι αδερφός. Θρησκεία δεν έχει ο θάνατος. Μηδέ κι οι δολοφόνοι θρησκεία έχουν. Και απομένει ο χορευτής. Μόνος. Μα ποτέ ολομόναχος.
Κοτσάκια που έφτιαξε η Ειρήνη του Φάνη στην κηδεία ενός σημαντικού τοπικού μουσικού, βιολάτορα, του Σταματογιάννη,το 2010. Καταγράφηκαν από τον Δημήτρη Γλέζο και δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Τ' Απεράθου"
Γυρίζαμε με το ματρακά, το φορτηγό το όπελ, μ' έπαιρνε κοντά λόγω που η μάνα μου θεοσχωρέστηνα, δεν ήθελε να με έχει έγνοια στα οικόπεδα με τις μπάλες και τα γειτονόπουλα... το θυμάμαι σαν τώρα, γυρίζαμε από τον Άη Θανάση στο Καρακούζι, α ρε Νίκο τί μου κάνεις, τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θα είχε κλείσει κανένα παιχνίδι με γκόμενα... ποτέ δεν τραγουδούσε... όταν εγώ πήρα να θυμάμαι ήταν μέσα στο πένθος του αδελφού του... τριάντα δυο χρονώ παλικάρι από καλπάζουσα έλεγε... χορό δεν τους είδα μια φορά... ας είναι καλά ο Τζάμαρος κι η Λίτσα, κι από κοντά η Ελένη με τον Πατσή... έφτασαν και περίσεψαν... γυρίζαμε από το Καρακούζι, το δεξί χέρι χαλαρά στο τιμόνι, οι παλιοί οδηγοί είχαν τζόγο στα τιμόνια κι όλο κούναγαν το χέρι, το αριστερό έξω από το παράθυρο, η τρίτσα φορεμένη αλλά ψηλά, ανοιχτά τζάμια αέρας, κι άρχισε τη Μανταλένα... Έκανα θυμάμαι πως κοιτάω τη διαδρομή σαν από ντροπή μα αυτός απτόητος... έτσι έμαθα το φτωχικό τσαντήρι που βρέθηκε η Μανταλένα, και μιαν άλλη διάσταση του πατέρα μου... Όλα τα άλλα που θυμάμαι είναι ψαλμωδίες... Εφτά χρόνια γεμάτα, όσο έχω μνήμες δεν τον θυμάμαι να ξανατραγούδησε... Μόνο να ψέλνει το Μετά των Αγίων σε κηδείες... μάνα πατέρα πεθερά, αδέλφια, όλους τους έψαλε... τ' όνομά της όμως μου έμεινε: Μαριγούλα Μανταλένα. Από εκείνη τη μέρα...
Στην Άνω Σύρα το 1917, από ένα αψήλωμα μεγάλο και κατηφορικό, τον Περσινό, το αλητάκι της περιοχής κύλαγε ένα βράχο για παιχνίδι. Ο βράχος έπεσε στη στέγη ενός σπιτιού στην Πορτάρα, τη διέλυσε, οι γονείς του παιδιού φοβηθήκανε τα μπλεξίματα με την αστυνομία, κι έτσι το στείλανε άρον άρον λαθρεπιβάτη στον Πειραιά. Χρόνια μετά ο Ντίλαν τραγούδησε το «Like a rolling stone», οι «Rolling Stones» αποφασίζανε το όνομά τους, αλλά ο πρώτος που εξαιτίας ενός κυλιόμενου βράχου και μιας κουτσουκέλας δημιούργησε ένα ολόκληρο μουσικό σύμπαν είναι ακόμα ο Μάρκος Βαμβακάρης.
Βέβαιος ότι το ροκ σήμερα φυτοζωεί αμβλυμένο από την υπερεκμετάλλευση των ιδιωτικών σταθμών και τον εκφυλισμό των επαναστατικών ιδεολογιών και πως το ρεμπέτικο λατρεύεται από αστούς ψυχαναγκαστικούς της φόρμας στο Κολωνάκι και την Κηφισιά άλλο δε θέλω πια εκτός από το να φωτογραφίζω (με ήθος Γιαπωνέζου τουρίστα τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης) στέγες που 'χουν καταρρεύσει στο νησί. Η γένεση κάθε τέχνης έχει μέσα της μια υποψία εγκλήματος: ένα παρ' ολίγον θύμα, που γλίτωσε συμπτωματικά ή κάποιον που δεν κόλλησε τελικά τη ρετσινιά του θύτη.
Το όνομά μου είναι Ιωάννης Μίγας. Είμαι βλάσφημος και νευρικός, μα εντάξει στις συναλλαγές μου και είναι δικοί μου οι δροσουλίτες στα ερείπια: ομάδες κυνηγημένων από την αστυνομία, ο ήχος των γκλομπ απάνω στις ασπίδες, εκείνος ο πιτσιρικάς νεκρός κι οι άλλοι απέξω απ΄ τα κάγκελα, μολότοφ, ξηλωμένες τσιμεντόπλακες, νεράτζια με ξυράφι, δακρυγόνα και ο "Ξανθός" που 'χε γεμίσει πρέζα και χάπια τα δωμάτια στην Εστία, και ο «’Οζυ» ένας καλόκαρδος τελειωμένος, και τα πρωτοσέλιδα, και κάποια Γιώτα που ένα βράδυ με περίμενε στα Blues στην Αλεξάνδρας και όσο μεγαλώνω απλώνει λύπη η απουσία της στις μέρες μου.
Έτσι προσκύνησα τον πίνακα του Γκρέκο προσθέτοντας στην αγιογραφία -ως είθισται για τους Αθηναίους -τον Μάρκο να παίζει μπουζουκάκι. Οι Συριανοί προς ώρας το αρνούνται. Κάψαμε με ήλιο και με τσίπουρο τόσες λέξεις. Χρόνια. Γαλήνεψε και η δική μου Μιντιλού, που 'ναι καιρό τώρα πεθαμένη και καπνίζει γκολουάζ κόκκινα.
Το ιστολόγιο κατελήφθη από μία συλλογικότητα. Συνεργάζονται με τη σειρά που εμφανίζονται οι "τσιμέντο να γίνει", "χεμερινό υπαίθριο σινεμά", "άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε", "λεγεών", "η εποχή των δασυνόμενων λέξεων" κ.α.