Statcounter

να μας φυλάει ο Θεός από τον λαϊκό που ξέπεσε στη δημοσιογραφία

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Γιώργου Δανιήλ: Δούρειος ίππος


Του
Νίκου Τσίγκου
"Μεσ' στην υπόγεια την ταβέρνα"

Όχι, δεν είν' υπόγειο
κι ούτε σερβίρουν λαδερά
το κλαυθμηρό μπουζούκι
σμίγει τους τόνους του με την κιθάρα
το πιάνο πάει κι έρχεται
σε τολμηρές ακροβασέις
και χύνεται νοσταλγικό τραγούδι
τρέμουν τα δάχτυλα στο κύπελο
τρέμουν κι οι ήχοι στον πυκνόν αγέρα.

Στην κάμαρα του βάθους
-να 'ναι το πίσω ή το μπροστά του αλόγου;-
ψήνεται μυρωδάτος καφές
τυρόπιττες προσμένουν τη σειρά τους
δίπλα από τα γλυκά ταψιού
και μέσα σ' άλλα βιταμινούχα
καμαρωτή κι η "ματωμένη Ελένη".

Όχι, δεν χρειάζεται κρασί
για να μεθύσεις
η μέθη αιωρείται στην ατμόσφαιρα
μαζί με των τσιγάρων τους καπνούς
χωνεύει στις κλειδώσεις
τα μυστικά κοιλώματα του σώματος
μερώνει τις ψυχές.

Ο Ίππος χρεμετίζει ηδονικά
μέσα στα τείχη της καινούριας Τροίας.

Μιλώντας για λαϊκά

1. Το ότι η κυρία Μπίλιω Τσουκαλά όταν κάνει εκπομπή για τον Καζαντζίδη στέκεται στα τραγούδια των Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Λεοντή, και όχι σε εκείνα του Χιώτη, Πάνου, του Μητσάκη, του Καλδάρα, του Καραπατάκη, του Δερβενιώτη και άλλων, δεν μας κάνει να αμφιβάλλουμε ούτε για τον Καζαντζίδη ούτε-για παράδειγμα- για τον Χιώτη ή για τον Πάνου. Μας κάνει, δυστυχώς,  και αμφιβάλλουμε για τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι και τον Λεοντή...

2.Έτσι γίνεται πάντα...Δεν είναι αν σε θυμούνται ή αν σε ξεχνάνε...Είναι ποιοι σε θυμούνται και ποιοι σε ξεχνάνε...

3. Το σκυλάδικο -κατά μία εκδοχή- είναι υποπροϊόν εκείνων των μουσικών που υπηρέτησαν με το ίδιο ακριβώς ήθος την ποιότητα στις επιδοτούμενες καλοκαιρινές συναυλίες.

4. Νομίζω θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια έρευνα που θα έδειχνε πόσα σκυλάδικα έκλεισαν στην Αθήνα και πέριξ των Αθηνών ελλείψει πελατείας από τη στιγμή που άνοιξε τις πόρτες του το Μέγαρο ...

5. Το λαϊκό τραγούδι δεν ταλαιπωρήθηκε από τους εχθρούς. Αλλά από τους ευκαιριακούς φίλους...

6. Το πόσο σπουδαίο είναι το λαϊκό τραγούδι, φαίνεται από το ότι αντέχει...Σε πείσμα πολλών από εκείνους που μιλάνε για το λαϊκό τραγούδι δήθεν από αγάπη. Όπως το τραγουδάει και ο Καζαντζίδης: σαν αγριολούλουδο...

7. Κι αν διαφωνεί κανείς, δεν τρέχει μία. Αντίθετα, του εύχομαι ολόψυχα να τον θυμηθεί στα αφιερώματά της η κυρία Μπίλιω...

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Πέμπτη 12μ.μ, έκτακτον σόου στο Radio bubble

Από το βυτίο και το radio_ sociale, λάιβ...

Γιώργου Βακιρτζή: Αποκαθήλωση


....Και η σελήνη στη διαδικασία της έκλειψης. Φως φανάρι και η ώρα έντεκα το βράδυ. Και χορός και χορικά. Ψηλές μορφές, λιγνές, με περηφάνια και θλίψη. Πλατάνια και κυπαρίσσια. Κόσμος πολύς κι απέραντος που μέσα απ' αυτόν, για λόγους αξιοπρέπειας,  προκύπτει θάνατος. Σε κορμιά νεότατα! Όπου με τη σειρά τους γίνονται κορυφαίοι. Και ο πρώτος χορευτής: ζεϊμπέκικο. Στην αγκαλιά της μήτρας. Στη μάνα γη προσέρχεται γονυπετής...Και αντίλαλος παντού φριχτός το πολυβόλο. Και η ώρα αυγή κάτι πριν φέξει. Για να μην προλάβει ο ήλιος τα δάχτυλα στη σκανδάλη να κόψει. Και με την άλλη, το δειλινό εκατομμύρια έτη "Αποκαθήλωση". Φύλο δεν έχει ο πόνος. Είτε κορίτσι είτε αγόρι ειν' αυτό. Για μάνα, για πατέρας μα είτε κι αδερφός. Θρησκεία δεν έχει ο θάνατος. Μηδέ κι οι δολοφόνοι θρησκεία έχουν. Και απομένει ο χορευτής. Μόνος. Μα ποτέ ολομόναχος.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Νίκου Κοεμτζή: Μελλοθάνατος



Ολημερίς μες στο κελί κι όξω μόνο μια ώρα
Μου γινε ασήκωτη η  ζωή στη θέση που μαι τώρα
Μέσα στη μαύρη μοναξιά δεν έχω καταφέρει
Να θυμηθώ πώς μ΄ άρπαξε η μοίρα από το χέρι
Σκέψη που μου γινε καϋμός μου τρώει το κεφάλι
Γιατί η τύχη ζωντανό στο μνήμα μ' έχει βάλει.
Μέσα σ' ένα κέντρο μια βραδυά που ο κόσμος εγλεντούσε
Οι πίκρες γίνηκαν θεριό μέσα μου και ξυπνούσε
Τα μάτια μου θαμπώσανε ο νους μου είχε θολώσει
Και το κέντρο σύννεφο η θλίψη είχε πλακώσει
Το σκέφτομαι σαν όνειρο με χάος και εφιάλτη
Πώς βρέθηκα σε σκοτεινό δύσκολο μονοπάτι
Συνήλθα και τα μάτια μου κι ο νους μου είχε θολώσει
Γιατί μια τέτοια συμφορά ποιος να τηνέ σηκώσει
Είχα πάει να ξεχάσω και πιάστηκα στα δίχτυα
Της τρέλας και της συμφοράς που κλεισα κι άλλα σπίτια
Σαν αγρίμι φοβισμένο και σαν άνθρωπος με τύψη
Εζητούσα να πεθάνω για να μη με τρώει η θλίψη
Κι όμως δεν ήτανε γραφτό μια έξω να τελειώσω
Έπρεπε κι άλλο ασήκωτο φορτίο για να σηκώσω
Μες τους γύψους διπλωμένος και η κατακραυγή του κόσμου
Φονιάς είχα γίνει το φτωχό παιδί του δρόμου
Που οι φυλακές με θρέψαν και γυρνούσα εδώ κι εκεί
Ως φαίνεται σε μένα η μάνα μου δεν μ' έδωσε ευχή
Και τώρα μελλοθάνατος στο χάρο έχω καρτέρι
Να δω η μοίρα μου η σκληρή τι άλλο θα μου φέρει
Δοκιμασίες πέρασα κι αγώνα έχω κάνει
Που αν ήμουνα σε πόλεμο θα φόραγα στεφάνι
Θυσίας δόξας και τιμής που το φορέσαν κι άλλοι
Κι από μικροί βρεθήκανε απότομα μεγάλοι
Ποια δύναμη μπαμπέσικια της τύχης μας ζυγώνει
Κι άλλος περνάει όμορφα κι άλλος μαραζώνει
Μικρός αλυσοδέθηκα στης απονιάς τον γάντζο
Κι η ζωή μου γίνηκε πόνος σωστό ρομάντζο
Μέσα στο μαύρο μου κελί οι πίκρες φτερουγίζουν

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Θωμά Γκόρπα: Με τον τρόπο του Στέλιου Καζαντζίδη



Σήμερα πάω κ' εγώ στα ΚΕΥΑ. Η αγαπητή πατρίς
θέλει δοκίμους. Η μαμά Ελλάς προσφέρει άπειρες παραλλαγές
καταπιέσεως στα παιδιά της.
Βέβαιον πως θα με κόψουν. Ο φάκελλος...Γελάω μέσα μου.

Έκοψα ένα κλαδάκι μυγδαλιάς και φόρεσα κυριακάτικα
φωνή χαμόγελο ματιά και βήμα πρωτομαγιάς έγινα
ένας πολύ ευχάριστος κωμικός έγινα κι απ' την ανάποδη
αρχιμουσικός έτσι που πάω τελευταίος και μόνος
και με το κλαδάκι...

Σιγκοάλα Σιγκοάλα Σιγκοάαααλααα...
Είσαι ο ήλιος το φεγγάρι και το φως μου
τ' ομορφότερο στολίδι είσαι του κόσμου...

Όμορφο κορινθιακό πρωί ήλιος και θάλασσα και σκόνη σπαρτά και
κελαϊδίσματα ένας λοχίας μαχμουρλής για επικεφαλής
κ' εμείς στον πάτο του πρωιού βαριοί κι ασήκωτοι μολύβια...

Εμείς τα υπόλοιπα της 53 σειράς ανυπότακτοι εσωτερικού
εξωτερικού εξ αναβολών λόγω σπουδών αληθινών
ή φανταστικών εξ αναβολών για λόγους υγείας
αληθινούς φανταστικούς διανοούμενοι επιστήμονες
παρ' ολίγον επιστήμονες απόφοιτοι χωρίς επάγγελμα
στα εικοσιπέντε και στα εικοσιεφτά χαλασμένα στομάχια
αγύριστα κεφάλια φακελωμένοι γερασμένοι άντρες 33 ρετάλια
33 αχρείαστοι εκ του ασφαλούς για ένα πολεμοχαρή και υποτίθεται
ενδόξου παρελθόντος ελληνικό στρατό...

Εν δυο εν δυο στο ρυθμό του χασάπικου στο ρυθμό του
ζεϊμπέκικου μια διμοιρία για γέλια και για κλάματα
ένα μάτσο χάλια μέσα στο πασίχαρο λουλουδιασμένο
πρωί στο δρόμο για τα ΚΕΥΑ για τα πάντα και για το τίποτε...

Ο λοχίας σολάρει παγαίνοντας με τα μάτια κλειστά
τινάζοντας τις αρβύλες του με βίτσα λυγαριάς...

Μελαχρινή ομορφιά μου
παντοτεινή χαρά μου
Σιγκοάλα Σιγκοάλα Σιγκοάααλαααα....

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

αποχαιρετισμός σε λαϊκό οργανοπαίκτη



-Των βιολιτζήδων δάσκαλε
παρ'το βιολί μαζί σου
για να διασκεδάζουνε
κι εκεί οι χωριανοί σου.

-Πού θα μάθουν όλοι οι νε-
κροι τα γλέντια μας πώς είναι

-Με πατινάδα άρχεψε
στη σιδερένια πύλη
να 'ρθουνε στην υποδοχή
πόχεις χιλιάδες φίλοι

-Του χωριού λαούτα τρία
θά 'ναι μες στη συνοδεία

-Σταμάτη στην επιγραφή
τ' Απεραθιού να γράφει
των μερακλήδων σίγουρα
θα τρίζουνε οι τάφοι

-Θα 'βρεις τρεις εκεί να τακι-
μιάσεις Νίκο, Γιώργο, Τάκη

-Γι' αυτούς που φύγαν άδικα
να παίζετε πολύ γλυκά

-Του βιολιου όσο θ'ακούνε
δε θα θένε να στραφούνε

-Απεραθίτικοι σκοποί
παίξε αγαπημένοι
να σηκωθούνε στο χορό
όλοι οι ξεχασμένοι

-Ο αντίλαλος θα φτάνει
ως επά Σταματογιάννη

-Που θα παίζεις ασταμάτη-
τα μαζί με το Σταμάτη

-Του βιολιού σου το κελάδη-
σμα θ' αντιλαλεί στον Άδη

-Μα επά δεν ξαναβγάνει
 τσιμουδιά Σταματογιάννη

-Του χωριού μας ένας στύλος
ήσου και θα μείνεις θρύλος

-Φεύγεις αλλά των μαθητών
π' αφήνεις στο ποδάρι
σαν το δικό σου μαγικό
θα παίζει το δοξάρι

Κοτσάκια που έφτιαξε η Ειρήνη του Φάνη στην κηδεία ενός σημαντικού τοπικού μουσικού, βιολάτορα, του Σταματογιάννη,το 2010. Καταγράφηκαν από τον Δημήτρη Γλέζο και δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Τ' Απεράθου"

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Νίκος Μπλάγκας, από την "Διελκυστίνδα"



Επαρχιακός σταθμός
διερχόμενο λεωφορείο
Στους πάγκους
κοιμόντανε κάτι φαντάροι
Βρώμαγε η πατρίδα
στις αρβύλες τους.
Η βραχνή φωνή των μεγαφώνων
κόκκινη γραμμή πορείας
στο χάρτη
μάτωσε
βουνά
και κάμπους
και θάλασσες
Μυστήρια σιωπή
ανάμεσα σε πηγούνι και στέρνο
Κι ο γύφτος με το κασετόφωνο
"Τα πλοία πεθαίνουν
στα λιμάνια"
Αναμονή

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Στέφανου Κατή: Λιμανίσιο


Κίνηση αστραφτερή και
Βωμόλοχα στο παζάρι
Το ξενύχτι επιταχύνει τα γράδα
Του μυαλού να επαυξάνουν το μπόι.

Ακίνδυνη φιάλη θρυμματίσθηκε
Σκρατς!και σπασμένη τζαμαρία
Καμπαρέ κλίκκ! το ελατήριο
Κάμας μπράβου νταλαβεριτζή.

αμόλα καλούμπα
στο ντόκο περιμένουν
τ' αλάνια γι'αλάτι
κι εμείς ψιλή κοκό
Τσαουσάκη Καββαδία
Μάρκο, παραμύθα και
Σπολλάτη!

(με αφιέρωση στον Αν.Πρέκα
 και το μότο "τα τσογλάνια κολώνουν.Τ' αλάνια ποτές!"
ως αγοραία ρήση)

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Γιώργου Μίχου: Μαρία Μανταλένα

Γυρίζαμε με το ματρακά, το φορτηγό το όπελ, μ' έπαιρνε κοντά λόγω που η μάνα μου θεοσχωρέστηνα, δεν ήθελε να με έχει έγνοια στα οικόπεδα με τις μπάλες και τα γειτονόπουλα... το θυμάμαι σαν τώρα, γυρίζαμε από τον Άη Θανάση στο Καρακούζι, α ρε Νίκο τί μου κάνεις, τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θα είχε κλείσει κανένα παιχνίδι με γκόμενα... ποτέ δεν τραγουδούσε... όταν εγώ πήρα να θυμάμαι ήταν μέσα στο πένθος του αδελφού του... τριάντα δυο χρονώ παλικάρι από καλπάζουσα έλεγε... χορό δεν τους είδα μια φορά... ας είναι καλά ο Τζάμαρος κι η Λίτσα, κι από κοντά η Ελένη με τον Πατσή... έφτασαν και περίσεψαν... γυρίζαμε από το Καρακούζι, το δεξί χέρι χαλαρά στο τιμόνι, οι παλιοί οδηγοί είχαν τζόγο στα τιμόνια κι όλο κούναγαν το χέρι, το αριστερό έξω από το παράθυρο, η τρίτσα φορεμένη αλλά ψηλά, ανοιχτά τζάμια αέρας, κι άρχισε τη Μανταλένα... Έκανα θυμάμαι πως κοιτάω τη διαδρομή σαν από ντροπή μα αυτός απτόητος... έτσι έμαθα το φτωχικό τσαντήρι που βρέθηκε η Μανταλένα, και μιαν άλλη διάσταση του πατέρα μου... Όλα τα άλλα που θυμάμαι είναι ψαλμωδίες... Εφτά χρόνια γεμάτα, όσο έχω μνήμες δεν τον θυμάμαι να ξανατραγούδησε... Μόνο να ψέλνει το Μετά των Αγίων σε κηδείες... μάνα πατέρα πεθερά, αδέλφια, όλους τους έψαλε... τ' όνομά της όμως μου έμεινε: Μαριγούλα Μανταλένα. Από εκείνη τη μέρα...

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Ρεμπέτικο like a rolling stone...



Στην Άνω Σύρα το 1917, από ένα αψήλωμα μεγάλο και κατηφορικό, τον Περσινό, το αλητάκι της περιοχής κύλαγε ένα βράχο για παιχνίδι. Ο βράχος έπεσε στη στέγη ενός σπιτιού στην Πορτάρα, τη διέλυσε, οι γονείς του παιδιού φοβηθήκανε τα μπλεξίματα με την αστυνομία, κι έτσι το στείλανε άρον άρον λαθρεπιβάτη στον Πειραιά. Χρόνια μετά ο Ντίλαν τραγούδησε το «Like a rolling stone», οι «Rolling Stones» αποφασίζανε το όνομά τους, αλλά ο πρώτος που εξαιτίας ενός κυλιόμενου βράχου και μιας κουτσουκέλας δημιούργησε ένα ολόκληρο μουσικό σύμπαν είναι ακόμα ο Μάρκος Βαμβακάρης.
Βέβαιος ότι το ροκ σήμερα φυτοζωεί αμβλυμένο από την υπερεκμετάλλευση των ιδιωτικών σταθμών και τον εκφυλισμό των επαναστατικών ιδεολογιών και πως το ρεμπέτικο λατρεύεται από αστούς ψυχαναγκαστικούς της φόρμας στο Κολωνάκι και την Κηφισιά άλλο δε θέλω πια εκτός από το να φωτογραφίζω (με ήθος Γιαπωνέζου τουρίστα τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης) στέγες που 'χουν καταρρεύσει στο νησί. Η γένεση κάθε τέχνης έχει μέσα της μια υποψία εγκλήματος: ένα παρ' ολίγον θύμα, που γλίτωσε συμπτωματικά ή κάποιον που δεν κόλλησε τελικά τη ρετσινιά του θύτη.
Το όνομά μου είναι Ιωάννης Μίγας. Είμαι βλάσφημος και νευρικός, μα εντάξει στις συναλλαγές μου και είναι δικοί μου οι δροσουλίτες στα ερείπια: ομάδες κυνηγημένων από την αστυνομία, ο ήχος των γκλομπ απάνω στις ασπίδες, εκείνος ο πιτσιρικάς νεκρός κι οι άλλοι απέξω απ΄ τα κάγκελα, μολότοφ, ξηλωμένες τσιμεντόπλακες, νεράτζια με ξυράφι, δακρυγόνα και ο "Ξανθός" που 'χε γεμίσει πρέζα και χάπια τα δωμάτια στην Εστία, και ο «’Οζυ» ένας καλόκαρδος τελειωμένος, και τα πρωτοσέλιδα, και κάποια Γιώτα που ένα βράδυ με περίμενε στα Blues στην Αλεξάνδρας και όσο μεγαλώνω απλώνει λύπη η απουσία της στις μέρες μου.
Έτσι προσκύνησα τον πίνακα του Γκρέκο προσθέτοντας στην αγιογραφία -ως είθισται για τους Αθηναίους -τον Μάρκο να παίζει μπουζουκάκι. Οι Συριανοί προς ώρας το αρνούνται. Κάψαμε με ήλιο και με τσίπουρο τόσες λέξεις. Χρόνια. Γαλήνεψε και η δική μου Μιντιλού, που 'ναι καιρό τώρα πεθαμένη και καπνίζει γκολουάζ κόκκινα.

στον Τέο, για εκείνη τη συζήτηση